Οι Σχωριάδες, γνωστοί και με την αλβανική ονομασία Skore ή Skorja, αποτελούν ένα από τα οκτώ χωριά του Βόρειου Πωγωνίου, στην ευρύτερη περιοχή του Αργυροκάστρου στη Βόρεια Ήπειρο. Βρισκόμενες στη σκιά του όρους Δούσκου, κοντά στα σύνορα με τον νομό Ιωαννίνων, οι Σχωριάδες συνδυάζουν μια μακραίωνη ιστορία με μια ζωντανή πολιτιστική παράδοση που παραμένει αναλλοίωτη στον χρόνο. Το όνομα και η ετυμολογία του Η ονομασία του χωριού προέρχεται, σύμφωνα με την πιο πειστική ερμηνεία, από το επώνυμο μιας μεγάλης φυλής που ονομαζόταν Σχωριάς. Ο πληθυντικός «Σχωριάδες» δηλώνει τους απογόνους και τους κατοίκους που ανήκαν σε αυτή τη φατρία.
Το επίθημα «-άδες» είναι ιδιαίτερα συχνό στην Ήπειρο — όπως στις Φραγκάδες, τις Χιονιάδες και τις Δρυμάδες — και υποδηλώνει τον τόπο καταγωγής ή κατοικίας μιας ευρύτερης οικογένειας. Με αυτόν τον τρόπο, το όνομα της φυλής επικράτησε ως τοπωνύμιο, αντικαθιστώντας οποιαδήποτε προηγούμενη ονομασία του τόπου. Πρώιμη ιστορία και οθωμανική περίοδος Οι Σχωριάδες είναι από τα παλαιότερα χωριά του Βόρειου Πωγωνίου. Αναφέρονται ήδη στο οθωμανικό κατάστιχο του 1431, όπου καταγράφονται μαζί με τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής: Πολύτσανη, Σωπική, Οψάδα, Τσιάτιστα, Χλωμό, Μαυρόγυρο και άλλους οικισμούς.
Τότε, όλα τα χωριά του Βόρειου Πωγωνίου είχαν συνολικά περίπου 300 σπίτια, με τη Σχωριάδες να κατέχει σημαντική θέση ανάμεσά τους. Τον 19ο αιώνα, σύμφωνα με οθωμανικά στατιστικά στοιχεία του 1895, οι Σχωριάδες είχαν 162 νοικοκυριά, κατατάσσοντάς τες ανάμεσα στα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής, μετά τη Σωπική (294 νοικοκυριά) και την Πολύτσανη (199 νοικοκυριά). Ο πληθυσμός ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, εκμεταλλευόμενος τους πλούσιους βοσκότοπους της περιοχής, όπως τα Παροπούλα, το Γκιντάτσι και το Αναγοπουλιώτικο. Γεωγραφία και κλίμα Το κλίμα των Σχωριάδων είναι ορεινό και ξηρό, με λοφώδες έδαφος που ευνοεί την καλλιέργεια δημητριακών και λαχανικών.
Εδώ ευδοκιμούν η μηλιά, η συκιά, η απιδιά και πολλά άλλα οπωροφόρα, ενώ ιδιαίτερα άνθιζε ανέκαθεν η καρυδιά, που συναντάται παντού στο χωριό. Μέχρι το 1905 υπήρχαν και αμπέλια, ενώ στην ακροποταμιά του χωριού εκτείνεται ένας μικρός, εύφορος και ποτιστικός κάμπος. Ο μοναδικός ποταμός της περιοχής, ο Σούχας, πηγάζει από τα χωριά Σωπική και Τσιάτιστα, διασχίζει τον κάμπο των Σχωριάδων και καταλήγει στον Δρίνο. Η εκκλησία και η Αδελφότητα των Σχωριαδιτών Το πνευματικό κέντρο του χωριού είναι η εκκλησία «Η Γέννηση της Θεοτόκου», η οποία αποτελεί σύμβολο της ορθόδοξης πίστης των κατοίκων.
Οι ξενιτεμένοι Σχωριαδίτες, όμως, δεν ξέχασαν ποτέ τον τόπο τους. Το 1769, στην Κωνσταντινούπολη, ίδρυσαν την Αδελφότητα Σχωριαδιτών «Η Γέννηση της Θεοτόκου», υπό την προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σκοπός της Αδελφότητας ήταν η οικονομική ενίσχυση του χωριού, η κατασκευή κοινοτικών έργων, η στήριξη των ξενιτεμένων και η φιλανθρωπική δράση. Το σημαντικότερο επίτευγμα της Αδελφότητας ήταν η απελευθέρωση του χωριού από το ιμπλιάκι — δηλαδή από την ιδιωτική ή κρατική οθωμανική ιδιοκτησία — μέσω διαμεσολαβήσεων και άμεσης οικονομικής βοήθειας.
Από τα 79 χωριά της Ηπείρου που είχαν περιέλθει σε ιμπλιάκια, οι Σχωριάδες ήταν από τα λίγα που κατάφεραν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους πριν από το 1922. Παράδοση, χοροί και τραγούδια Ο χορός και το τραγούδι δεν έλειψαν ποτέ από τη ζωή των Σχωριαδιτών. Τα ηπειρωτικά πολυφωνικά τραγούδια και ο πωγωνίσιος χορός ισορροπούσαν αρμονικά τη φύση με την ψυχή των ανθρώπων. Στις γιορτές και τα πανηγύρια, ο χορός πρωταγωνιστούσε με συνοδεία κλαρίνου, βιολιού, ταμπουρά και ντέφι.
Οι χορευτές μπαίναν στον κύκλο με σειρά: πρώτα οι άντρες, μετά οι γυναίκες και τέλος τα παιδιά, σύμφωνα με την ηλικία και την οικογενειακή τους κατάσταση. Εκτός από τον πωγωνίσιο, χορεύονταν στο χωριό ο «στρωτός», τα «τρία», η βεργινάδα, το φισούνι, η Βαγγελιώ και ο Μινούσης. Τα τραγούδια των Σχωριάδων εκφράζουν καημό, συγκίνηση και παράπονο για τους ξενιτεμένους, με πιο διασημότερα αυτά που αναφέρονται στην ξενιτιά και τον ξεριζωμό. Σε περιόδους πένθους, δεν ακουγόταν ούτε κλαρίνο ούτε τραγούδι — μια παράδοση που δείχνει το βάθος της κοινοτικής αλληλεγγύης.
Σύγχρονη εποχή Σήμερα, οι Σχωριάδες ανήκουν στον Δήμο Δρόπολης, μετά τη διοικητική μεταρρύθμιση του 2015. Σύμφωνα με επίσημη έκθεση της αλβανικής κυβέρνησης το 2014, στο χωριό κατοικούσαν 492 εθνικοί Έλληνες, αριθμός που αποδεικνύει τη συνέχεια της ελληνικής παρουσίας. Οι κάτοικοι διατηρούν ζωντανή την ελληνική γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη και τα ήθη του ηπειρώτικου πολιτισμού, παρά τις αντιξοότητες των καιρών. Από τις Σχωριάδες καταγόταν και ο Νικόλαος Καλύβας (1898/1900–1944), Έλληνας συνδικαλιστής και υφυπουργός Εργασίας κατά την περίοδο της Κατοχής, που δολοφονήθηκε από τον ΟΠΛΑ — μια προσωπικότητα που συνδέει το χωριό με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.