Η Κοσσοβίτσα, γνωστή και με την αλβανική ονομασία Koshovicë, αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα χωριά της Δρόπολης, στην ευρύτερη περιοχή του Αργυροκάστρου. Η ιστορία της είναι σημαδεμένη από ένα γεγονός που την καθιστά μοναδική: το 1923, με τον καθορισμό των ελληνοαλβανικών συνόρων, το χωριό χωρίστηκε στα δύο. Το μισό παρέμεινε στην Αλβανία ως Κοσσοβίτσα, ενώ το άλλο μισό ενσωματώθηκε στην Ελλάδα ως Αγία Μαρίνα — μια πραγματικότητα που αποτελεί σύμβολο των συνεπειών της Συνθήκης της Λωζάννης στα βαλκανικά χωριά. Το όνομα και η ετυμολογία του Η ονομασία του χωριού έχει σλαβική προέλευση.

Σύμφωνα με γλωσσολογικές μελέτες, προέρχεται είτε από τη σλαβική λέξη kos (κόσσυφας, μαύρο πουλί) με το επίθημα -ovitsa, είτε από τη λέξη kosh (καλάθι) με την ίδια κατάληξη, που δίνει την έννοια του «πλεκτού» ή «υφασμένου». Μια τρίτη εκδοχή συνδέει το τοπωνύμιο με το προσωπικό όνομα Kosho. Όποια κι αν είναι η ακριβής ρίζα, το όνομα διασώζει τη σλαβική γλωσσική παρουσία στην περιοχή πριν από την ελληνική επικράτηση των ονομάτων. Πρώιμη ιστορία και οθωμανική περίοδος Η Κοσσοβίτσα αναφέρεται ήδη στο οθωμανικό κατάστιχο του 1431, όπου καταγράφεται με 15 οικίες — μια μικρή αλλά σταθερή κοινότητα στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας.

Με την πάροδο των αιώνων, το χωριό γνώρισε σημαντική ανάπτυξη. Το 1880 είχε 600 κατοίκους, ενώ το 1895 ο πληθυσμός είχε φτάσει τους 874 κατοίκους σύμφωνα με οθωμανικά στατιστικά στοιχεία. Το 1913, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η απογραφή κατέγραψε 1.050 κατοίκους, όλοι ελληνικής εθνικότητας. Η θέση του χωριού, σε υψόμετρο που ελέγχει τη διέλευση προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα, το καθιστούσε στρατηγικά σημαντικό.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940, η περιοχή γνώρισε τις συγκρούσεις που σημάδεψαν ολόκληρη τη Δρόπολη, ενώ η μοίρα του χωριού είχε ήδη κριθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα, όταν η γραμμή των συνόρων χάραξε το μέλλον του. Η Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου της Κοσοβίτσας Το πνευματικό κέντρο της Κοσσοβίτσας και ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Δρόπολης είναι η Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το μοναστήρι, που βρίσκεται στην περιοχή του χωριού, αποτελεί τόπο λατρείας και προσκυνήματος για τους ορθόδοξους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Μαζί με τα υπόλοιπα μοναστήρια της Δρόπολης — όπως της Επισκοπής, των Ραβενίων και άλλων — συνέβαλε στη χαρακτηρισμό της περιοχής ως «μικρού Αγίου Όρους» κατά την οθωμανική περίοδο.

Επιπλέον, η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας (St. Mary's Monastery Church) που βρίσκεται εντός του χωριού, έχει ανακηρυχθεί Θρησκευτικό Πολιτιστικό Μνημείο της Αλβανίας, αναγνωρίζοντας την ιστορική και αρχιτεκτονική της αξία. Το χωριό που μοιράστηκε στα δύο Η πιο συγκλονιστική σελίδα της ιστορίας της Κοσσοβίτσας γράφτηκε το 1923, όταν η επιτροπή καθορισμού των ελληνοαλβανικών συνόρων χώρισε τον οικισμό στη μέση. Το αλβανικό τμήμα παρέμεινε ως Κοσσοβίτσα (Koshovicë), ενώ το ελληνικό τμήμα, που βρίσκεται στον νομό Ιωαννίνων, ονομάστηκε Αγία Μαρίνα.

Η διαίρεση αυτή δεν ήταν απλώς διοικητική: χώρισε οικογένειες, χωράφια και κοινοτικούς χώρους, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο σημάδι στη μνήμη των κατοίκων. Μέχρι το 1923, η Κοσσοβίτσα ήταν ένα ενιαίο χωριό με κοινή ιστορία, κοινή εκκλησία και κοινή ταυτότητα. Η διαίρεση αποτέλεσε μέρος της ευρύτερης αναδιάταξης των συνόρων στη Βόρεια Ήπειρο, που άφησε πολλά χωριά και οικογένειες χωρισμένες ανάμεσα σε δύο κράτη. Σύγχρονη εποχή Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το αλβανικό τμήμα της Κοσσοβίτσας ενσωματώθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας.

Το 1989 ο πληθυσμός είχε μειωθεί στους 364 κατοίκους, ενώ το 1992 καταγράφηκαν 864 κάτοικοι, όλοι ελληνικής εθνικότητας. Το 2015, με τη διοικητική μεταρρύθμιση στην Αλβανία, η Κοσσοβίτσα ενσωματώθηκε στον Δήμο Δρόπολης (Dropull), στο Νομό Αργυροκάστρου. Σήμερα, η Κοσσοβίτσα παραμένει ένα χωριό με έντονο ελληνικό χαρακτήρα. Οι κάτοικοι διατηρούν την ελληνική γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη και τους δεσμούς με το «άλλο μισό» του χωριού, την Αγία Μαρίνα, που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα πέρα από τα σύνορα, στην ελληνική επικράτεια.

Η ιστορία της Κοσσοβίτσας αποτελεί ζωντανή μαρτυρία των συνεπειών που είχε ο καθορισμός των συνόρων στη ζωή των απλών ανθρώπων — και ταυτόχρονα, ένα σύμβολο της αντοχής της ελληνικής ταυτότητας στη Βόρεια Ήπειρο.